φυγάς


φυγάς
φυγάς, άδος 1. беглец; 2. изгнанник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "φυγάς" в других словарях:

  • φυγάς — one who flees masc/fem nom sg φυγά̱ς , φυγή flight fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάς — ο / φυγάς, άδος, ΝΜΑ, και φυγάδας Ν, και φυγάς, ἡ, Α αυτός που έχει φύγει από την πατρίδα του είτε εκούσια ως δραπέτης ή επειδή διώκεται, είτε ακούσια ως εξόριστος (α. «πολιτικοί φυγάδες» β. «τοὺς μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ φυγάδας ἐποίησε», Λυσ.) 2 …   Dictionary of Greek

  • φυγάς — [фигас] ουσ. а. беглец, изгнанник, ссыльный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φυγᾶς — φυγή flight fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδα — φυγάς one who flees masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδας — φυγάς one who flees masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδε — φυγάς one who flees masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδες — φυγάς one who flees masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδεσσιν — φυγάς one who flees masc/fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδι — φυγάς one who flees masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυγάδος — φυγάς one who flees masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)